Παραδοσιακά τραγούδια και ποιήματα του Κολινδρού

Κάτω στα περιβόλια

Κάτω στα περιβόλια,

κάτω στις ρεματιές,

μαζεύτηκαν οι κλέφτες,

να πάνε για δουλειές.

 

Στο δρόμο που πηγαίναν,

διψάσαν για νερό.

Βρίσκουν ένα πηγάδι,

μ’ αυτό ήτανε ξερό.

 

Λαχνιούνται, ξελαχνιούνται, 

το ποιος θα κατεβεί;

Σε ποιον θα πέσει ο κλήρος,

στο δόλιο Κωνσταντή!

 

Μ’ αυτό νερό δεν είχε,

μόν’ είχε αίματα.

Ανθρώπινα κεφάλια,

μαλλιά και κόκαλα. 

 

 

Ανθία  Γιατρούδα

Ανθία μου Γιατρούδα μου,

μου’ καψες την καρδούλα μου.

Μάγια μου’ χεις καμωμένα,

και τρελαίνομαι για σένα.

  

Ανθία μου με τ’ όνομα,

γιατί δεν παίρνεις το Θωμά,

μόνο θες αυτόν τον Γιάννη,

τον τεμπέλη, τον πασβάνη;

 

Δεν έχει γκάζι να φεχτεί,

λάδι να βάλει στο φαΐ

ούτε ξύλα για να κάψει

ούτε ρούχα για ν’ αλλάξει!

 

Βάλε το κοντογούνι σου,

στ’ όμορφο το κορμούδι σου,

ρίξε τα μαλλιά στις πλάτες

να μοσχοβολούν οι στράτες.

 

Όνειρο είδα

Όνειρο είδα στον ύπνο μου,

όνειρο είδα στον ύπνο μου,

όνειρο στα ξυπνητά μου,

Μαριορίτσα και κυρά μου.

 

Παντρεύουν την αγάπη μου,

το κάνουν για γινάτι μου,

τη δίνουν στον εχθρό μου

για το πείσμα το δικό  μου.

 

Με προσκαλούν και στη χαρά,

βάστα καρδιά μου δυνατά,

να πάω να στεφανώσω,

δυο κορμάκια ν’ ανταμώσω.

 

Κάνω στεφάνι από φλουρί

για την αγάπη τη χρυσή,

με λαμπάδες κι αγιοκέρι

Που’σαι αγάπη μου και ταίρι;

 

Άγιε Νικόλα, γείτονα,

να μου’ κοβες να γλίτωνα,

Άγιε Γιώργη, καβαλάρη,

στείλ’ το Χάρο να με πάρει. 

 

Στης Μπάρας το πλατάνι

Στης Μπάρας το πλατάνι

και στο κρύο νερό,

πήγα κι εγώ μια μέρα,

λιγάκι για να πιω.

 

Στης Μπάρας το πλατάνι

και κάτω απ’ τη σκιά,

ερχότανε οι κλέφτες

και ψένανε αρνιά.

 

Στης Μπάρας το πλατάνι

και στο κρύο νερό,

μαζεύονταν οι κλέφτες

και στήνανε χορό!

 

Σε όσες πηγές  κι αν πήγα

και όσα είδα νερά,

σαν το νερό της μπάρας,

δεν είδα πουθενά!

 

Στου Μυντημένου τα στενά

Στου Μυντημένου τα στενά

γνώρισα μια μικρούλα.

Κούκλα γλυκιά και νόστιμη,

όμορφη τσαχπινούλα.

 

Κι απ’ την πολλή την τσαχπινιά,

μ’ άναψε σαν καμίνι,

ένα φιλάκι τη ζητώ,

μ’ αυτή δεν μου το δίνει.

 

Στου Μυντημένου τα στενά

εκεί θα μείνω βράδυ.

Ίσως της πάρω το φιλί,

μες στο βαθύ σκοτάδι.

 

  Οι Κολινδρινοί τραγουδούν όπως και όλοι οι Έλληνες  δημοτικά τραγούδια, κλέφτικα, της ξενιτιάς, του χορού και της τάβλας. Όμως τραγουδούν  και κάποια δικά τους αγαπημένα στους αρραβώνες, όπως: «Το καναράκι: τι έχεις καναράκι μου τα μάτια σου κλαμένα…», στο γάμο όπως «Τ’ αμπελάκια: μες  στ’ αμπελάκια μάτια μου ανύπαντρος μη μπαίνεις…».

   Ένα χαρακτηριστικό τραγούδι που αναφέρεται στις Κολινδρινές, οι οποίες δεν δούλευαν έξω στα χωράφια αλλά ασχολούνταν με τον καλλωπισμό τους είναι το παρακάτω:

   

Κολινδρινό κορίτσι

Ήταν ένα νιο κορίτσι, Θε μου,

απ’ τον Κολινδρό.

Όλη μέρα μόν’ αλλάζει

και στολίζεται,

μάνα μ’ και στολίζεται!

 

Και στο παραθύρι βγαίνει

και γυαλίζεται.

Κι ένας νιος όπου περνάει,

σκανδαλίζεται,

μάνα μ’ σκανδαλίζεται!

 

Ένα τραγούδι που το τραγουδούσαν στο τραπέζι του γάμου είναι:

 

Η συντροφιά

Ε, με την καλή μας συντροφιά

κέρνα μας πουλάκι μ’ κέρνα μας.

Ε, να πάω να τραγουδήσω,

ν’ ανοίξω την καρδούλα μου

κέρνα μας πουλάκι μ’ κέρνα μας ….

 

Παραθέτουμε παρακάτω ένα δίστιχο που κι αυτό το έλεγαν στους γάμους:

Τέσσερα μήλα κόκκινα, το ένα δαγκαμένο

και μέσα στη δαγκωματιά σου’ χω φιλί σταλμένο!

 

Στης κερασιάς τη ρίζα

Τριανταφυλλάκι ορέ μ’ κόκκινο,

ορέ ζουμπούλι μου γραμμένο

και κοριτσάκ’ τσούπραμ’ ανύπαντρο

και κοριτσάκι ανύπαντρο

μικροαρραβωνιασμένο.

Θυμάσ’ όταν  τσούπραμ’ φιλιόμαστε

άιντι θυμάσαι όταν φιλιόμαστε,

ορέ στης κερασιάς τη ρίζα;

Και βάλαμε τσούπραμ’ τη μαρτυριά

άιντι και βάλαμε τη μαρτυριά

τ’ άστρο και το φεγγάρι.

Και το φεγγάρι τσούπραμ’ βασίλεψε

άιντι και το φεγγάρ’ βασίλεψε

πήρε και σκοτεινιάζει.

Κι έχασα το, τσούπραμ’, μαντίλι μου

ορέ το χρυσοκεντημένο.

Βασιλοπούλα τσούπραμ’ το κεντά. ..

 

Του Διαμαντή

Ένα πουλί ξεκίνησε μέσα από τη Βέροια.

-         Σαν πας πουλί μ’ στον Κολινδρό,

σαν βγεις κατά τη Φούντα,

χαμπέρ’ να πας στον Διαμαντή,

χαμπέρ’ να πας στον Ντίζια.

Απμπτουλουμπούδης έρχεται με χίλιους πεντακόσιους,

ζητάει κεφάλια κλέφτικα

κι απ’ τους τρανούς τους κλέφτες!

Κι ο Διαμαντής ’ποκρίθηκε και με θυμό του λέει:

-         Έλα πασιά μ’ στον Κολινδρό, κόπιασε να σε δούμε

να μετρηθούμ’ με πιθαμή απ’ το κεφάλι κάτω!

Γεια σου Διαμαντή Καλτέκη,

γεια σου Διαμαντή λεβέντη!  

 

Μια Σμυρνιά στο παραθύρι

Μια Σμυρνιά στο παραθύρι

πότιζε βασιλικό,

μαύρα είν’ τα μάτια π’ αγαπώ!

Πότιζε και μαντζουράνα

για της αγάπης τον καημό

μαύρα είν’ τα μάτια π’ αγαπώ!

 

Αν πας Μαριώ μου στο νερό,

εγώ στη βρύση καρτερώ,

να σε τσακίσω το σταμνί,

να πας στη μάνα σ’ αδειανή.

Κι αν σε ρωτήσει η μάνα σου,

κόρη μ’ που είν’ η στάμνα σου…

 

Λισσάβου Κουκουφτούδα

Λισσάβου μ’  Κουκουφτούδα μου,

μου ’καψες την καρδούλα μου.

Λισσάβου μ’ κι άγιος ου Θιός,

Γιώργης κοιμάται μοναχός.

 

Δεν θέλω να δουλεύεις Λισσάβου μου,

να βασανίζεσαι, να βασανίζεσαι.

Λισσάβου μ’ Κουκουφτούδα μου,

μου ’καψες την καρδούλα μου.

 

Θέλω να τρως,  να πίνεις Λισσάβου μου

και να στολίζεσαι και να στολίζεσαι.

Λισσάβου μ’ κι άγιος ου Θιός,

Γιώργης  κοιμάται μοναχός.

 

Τ’ άσπρου σ’ του φουστανάκι σ’ Λισσάβου μου,

φαίνεται από μακριά, φαίνεται από μακριά.

Λισσάβου μ’ Κουκουφτούδα μου,

μου ’καψες την καρδούλα μου.

 

Μην το πολυφουντώνεις Λισσάβου μου,

ζουρλαίνεις τα π(αι)ιδιά, ζουρλαίνεις τα πιδιά.

Λισσάβου μ’ Κουκουφτούδα μου,

μου ’καψες την καρδούλα μου.

 

Λισσάβου μ’ κι άγιος ου Θιός,

Γιώργης κοιμάται μοναχός!  

Τραγούδια της Καστανιάς (Δυτικής Μακεδονίας)

Ζαχαρούλα 

Ζαχαρούλα τ’ όνομά σου

και γλυκό το  φίλημά σου.

Θα σκάσεις θα σε πάρω,

με παπά και με κουμπάρο.

 

Σειούνται τα δέντρα σειούνται

Ζαχαρούλα, σειούνται και τα κλαδιά.

Σειέται κι η δόλια, η δόλια

η Ζαχαρούλα, με τ’ όνομά σου

και γλυκό το φίλημά σου.  

 

Κάπου κίνησα να πάου

Κάπου κίνησα να πάου, στου σεργιάν’ στουν Αη – Θανάση

Κι σταυρώνου πέντι  Τούρκους κι άλλη πέντι γενιτσάροι

Στέκουντι κι με ξιτάζουν: Τούρκισα είσι για Ρουμιά;

-Όχι, αφέντη μ’ Ρωμιοπούλα!

Γεια μ’ σαν είσι Ρωμιοπούλα τ’ είν’ τα νύχια σου βαμμένα

τα μαλλιά σ’ κοκνουβαμμένα.

Είχα τούρκισσις γειτόντσις κι έμαθα κι γω κι βάφου.

Το έλεγαν το Πάσχα και χόρευαν γύρω απ’ την εκκλησία καθώς και του Αγίου Αθανασίου στο ομώνυμο ξωκλήσι.

 

 Ύμνος στον Κολινδρό

Γεια σου, χαρά σου Κολινδρέ, "Ελληνισμέ μου βέρε",
ήρθα στην "Κερασογιορτή" για να σου πω το χαίρε.
Μες’ στις κομψές σου εκκλησιές ανάβω αγιοκέρια,
και φτερουγίζει μου η ψυχή και πιο ψηλά απ΄ τα αιθέρια. . .
Βλέπω τον Γεροόλυμπο, τα όμορφα Πιέρια,
και χαιρετώ τη δόξα τους μ΄ ανυψωμένα χέρια.
Φαντάζει και το Δίο μας, "η Βόρεια Ολυμπία",

κι αναγαλλιάζει μου ο νους και χαίρει η φαντασία.
Στ΄ αγνάντεμα του κάμπου σου την Πύδνα ξεχωρίζω
κι αναπολώ την "Φάλαγγα" κι από καρδιά δακρύζω.
Παντού εκκλησάκια λάμπουνε - άγια του Παύλου αχνάρια -
φέγγουν και στους παλιούς βωμούς και στα προσκυνητάρια.
Τα μάτια δεν χορταίνουνε τις γύρω ομορφιές σου

τις κορασιές που όλο τρυγάν στις μοσχοκερασιές σου.
Κι οι κούκοι κι οι κορυδαλλοί λαλούν γλυκό τραγούδι,
κι οι χορευτές σου ολόχαροι "καίνε το πελεκούδι".
Γεια σου χαρά σου Κολινδρέ, "Ελληνισμέ μου βέρε",
ήρθα στην "Κερασογιορτή" για να σου πω το χαίρε!


                                                    Αθ. Καφρίτσας

Στατιστικά Ιστοσελίδας

Σήμερα 7
Χθες19
Τη βδομάδα 130
Προηγούμενη βδομάδα 478
Το μήνα 1376
Προηγούμενο μήνα 3084
Σύνολο 43152
Σύνολο Χρηστών8
Χρήστες 0
Επισκέπτες 8

Σύνδεση